Οι ρήτρες εκπαίδευσης εργαζομένων αποτελούν πλέον συνηθισμένο όρο σε συμβάσεις εργασίας, ιδίως σε κλάδους που απαιτούν εξειδικευμένη κατάρτιση. Κατά τη βασική τους διατύπωση, προβλέπουν ότι ο εργαζόμενος, εφόσον αποχωρήσει πριν την πάροδο ορισμένου χρόνου μετά την εκπαίδευσή του, υποχρεούται να επιστρέψει το κόστος που κατέβαλε ο εργοδότης. Έτσι, συχνά, σε συμβάσεις εργασίας, βλέπουμε ρήτρες που δεν επιτρέπουν στον εργαζόμενο να αποχωρήσει πριν την παρέλευση ορισμένου χρόνου από την ολοκλήρωση της επαγγελματικής του εκπαίδευσης, ο δε χρόνος δύναται να συνίσταται σε κάποια έτη.
Σε ένα πρώτο επίπεδο, οι ρήτρες αυτές εμφανίζονται ως εύλογη έκφραση της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και της ανάγκης προστασίας της επένδυσης του εργοδότη στην εξειδίκευση του εργαζομένου. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή τους έχει αναδείξει σημαντικές στρεβλώσεις, οδηγώντας τη νομολογία σε έναν σαφή περιορισμό της ισχύος τους.
Σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για την κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από τον νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη . Τέτοια σύμβαση είναι και η σύμβαση εργασίας, με την οποία ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλλει τον συμφωνημένο μισθό.
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αποχωρήσει ελεύθερα:
Σύμφωνα με τη διάταξη αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 672 ΑΚ «καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει τη σύμβαση του για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία».
Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων 648 και 669 ΑΚ, προκύπτει ότι : α) κάθε μέρος δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, οποτεδήποτε και άνευ τηρήσεως προθεσμίας, εάν συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος, και β) απαγορεύεται και είναι άκυρη η συμφωνία με την οποία αποκλείεται εκ των προτέρων το δικαίωμα τούτο ή η άσκηση αυτού συνδέεται με ιδιαιτέρως δεσμευτικές προϋποθέσεις σε βάρος του καταγγέλλοντος, ως συμβατικές ποινές, αποζημιώσεις κλπ.
Ολ.ΑΠ 1/2007, ΑΠ 705/2021, 692/2014
ΑΠ 1513/1998, 1031/1982
Έτσι, το δικαίωμα παραίτησης του εργαζομένου δεν μπορεί να αποκλειστεί με αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών στην σύμβαση εργασίας, καθώς περιορίζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη επαγγελματική ελευθερία του είτε ρητά είτε εμμέσως με την πρόβλεψη σχεδόν επαχθών ρητρών. Η δε επαγγελματική ελευθερία ως έκφραση της προσωπικότητας του εργαζομένου, η προστασία της οποίας απορρέει από το άρθρο 5 του Συντάγματος, αναφέρεται τόσο στην επιλογή και έναρξη ενός επαγγέλματος, όσο και στην απόφαση για τη συνέχιση, την παύση ή την αλλαγή του.
Τα κριτήρια καταχρηστικότητας – ακυρότητας των ρητρών εκπαίδευσης:
Οι ανωτέρω ρήτρες λοιπόν, ελέγχονται σύμφωνα με τις διατάξεις 178 και 179 ΑΚ, για το κατά πόσο, δηλαδή, περιέχουν υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου και αντίκεινται στα χρηστά ήθη. Περαιτέρω, ελέγχονται και με τις διατάξεις των άρθρων 25 του Συντάγματος και του 281 ΑΚ, ως παραβιάζουσες τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Ειδικότερα, η ρήτρα της σύμβασης εργασίας που υποχρεώνει τον εργαζόμενο να καταβάλει σε περίπτωση που αποχωρήσει από την εργασία του, αποζημίωση προς τον εργοδότη για τις δαπάνες της εκπαίδευσής του, είναι δυνατόν να ακυρωθεί ως καταχρηστική, εφόσον κριθεί ότι περιορίζει σοβαρά την ελευθερία του εργαζομένου στην επιλογή της θέσης εργασίας του και προσβάλλει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη επαγγελματική ελευθερία.
Σε κάθε περίπτωση ύπαρξης μίας τέτοιας ρήτρας, συγκρούεται αφενός, το δικαιολογημένο συμφέρον του εργοδότη, και αφετέρου η συνταγματικά κατοχυρωμένη επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου. Η κρίση για τη διαπίστωση της καταχρηστικότητας ή μη της συγκεκριμένης ρήτρας απαιτεί στάθμιση των αντικρουόμενων συμφερόντων, με τη χρήση ορισμένων κριτηρίων που έχει διαπλάσει η νομολογία.
Έτσι, το δικαστήριο εξετάζει αν η δέσμευση του εργαζομένου να παραμείνει στην επιχείρηση για ορισμένο χρόνο, βρίσκεται σε εύλογη σχέση με την αντιπαροχή του εργοδότη – δηλαδή μετά επαγγελματικά οφέλη που αποκομίζει ο εργαζόμενος μέσα από την εκπαίδευση ή επιμόρφωσή του, ώστε να διατηρηθεί ισόρροπη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Για να ελεγχθεί αυτό από το δικαστήριο, σταθμίζονται τα εκατέρωθεν συμφέροντα των συμβαλλομένων, και στην περίπτωση που η αιτία του περιορισμού της ελευθερίας του εργαζομένου είναι η εκπαίδευση του με πρωτοβουλία του εργοδότη, κρίσιμα στοιχεία συνιστούν το κόστος της εκπαίδευσης, το γεγονός ότι η εκπαίδευση του εργαζομένου έχει σημασία μόνο για τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή αν, αντίθετα, αυτή βελτιώνει γενικότερα τις επαγγελματικές του δυνατότητες και τη θέση του στην αγορά εργασίας, ώστε όσο μεγαλύτερα είναι τα επαγγελματικά ωφελήματα του εργαζομένου, μέσω της επιμόρφωσής ή εκπαίδευσης του, τόσο μεγαλύτερη είναι η αξίωση που διατηρεί ο εργοδότης για δέσμευση του εργαζομένου να παραμείνει στην επιχειρήση, και στην περίπτωση που αποχωρήσει πρόωρα, να καταβάλει τα έξοδα που αυτός ήδη δαπάνησε για την εν λόγω εκπαίδευση.
Κρίσιμα στοιχεία επίσης, είναι οι οικονομικές συνέπειες της αποχώρησης του εργαζομένου για τον εργοδότη και ιδίως αν ο τελευταίος θα υποχρεωθεί να υποβληθεί στο κόστος της εκπαίδευσης του νεοπροσλαμβανόμενου αντικαταστάτη του, αλλά και ο λόγος της αποχώρησης του μισθωτού σε σχέση με τη διάρκεια της εκπαίδευσης.
Υποστηρίζεται επίσης, ότι δέσμευση για παραμονή στην εργασία το πολύ ενός έτους μπορεί να δικαιολογήσει εκπαίδευση διάρκειας μέχρι δύο μήνες, χωρίς υποχρέωση παροχής εργασίας για το διάστημα αυτό, ενώ εκπαίδευση διάρκειας έξι μηνών έως ενός έτους, κατά την οποία ο εργαζόμενος δεν παρέχει εργασία, δεν δικαιολογεί δέσμευση για παραμονή στην εργασία μεγαλύτερη των τριών ετών. Πάντως, σε καμία περίπτωση, η διάρκεια της δέσμευσης του εργαζομένου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε έτη, καθώς εν τοιαύτη περιπτώσει, η ρήτρα δεν συμβιβάζεται με τη διάταξη του άρθρου 670 ΑΚ, ο σκοπός της οποίας είναι η προστασία του εργαζομένου από υπέρμετρες δεσμεύσεις της επαγγελματικής του ελευθερίας .
Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, αμυνόμενος στην αγωγή του εργοδότη του για την επιστροφή των δαπανών εκπαίδευσης, προβάλλει την ένσταση ακυρότητας της σχετικής ρήτρας της σύμβασης εργασίας του ως καταχρηστικής, οφείλει να εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης αυτής της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα.
Συμπεράσματα:
Τα κριτήρια που έχει διαπλάσει η νομολογία, σε συνδυασμό με θεμελιώδεις αρχές του δικαίου και της ελληνικής έννομης τάξης, αποτρέπουν τη μετατροπή της εκπαίδευσης που παρέχεται από τον εργοδότη σε εργαλείο δέσμευσης του εργαζομένου, αλλά επιδιώκουν τη διατήρηση μιας δίκαιης ισορροπίας.
Σε κάθε περίπτωση που σε μία σύμβαση εργασίας εντάσσεται μία ρήτρα χρονικής δέσμευσης του εργαζομένου με ποινή αποπληρωμής του κόστους της παρασχεθείσας από τον εργοδότη εκπαίδευσης, θα πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά τα αντικρουόμενα συμφέροντα των μερών, με ιδιαίτερη έμφαση στη διασφάλιση του δικαιώματος παραίτησης του εργαζομένου ως μέρος της επαγγελματικής του ελευθερίας, καθώς και του χρόνου δέσμευσής του, του κόστους της εκπαίδευσης και της σημασίας αυτής για τον εργαζόμενο εκτός πλαισίου του συγκεκριμένου εργοδότη.
Δ. Ζερδελή, Καταχρηστικοί όροι εργασίας, 2005, Μ.Π. Πειραιά 2882/2023, Μ.Π. Ηρ. 684/2020
Φωτεινή Καπάκη
Δικηγόρος LL.M/ Διαμεσολαβήτρια

