Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται συχνά ως ένα ουδέτερο εργαλείο αποτελεσματικότητας. Στην πραγματικότητα όμως, η είσοδός της στην αγορά εργασίας δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο που δουλεύουμε· αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμαστε, ελεγχόμαστε και τελικά υπάρχουμε ως εργαζόμενοι. Πίσω από την υπόσχεση της «αντικειμενικότητας» κρύβεται συχνά μια νέα μορφή αόρατης εξουσίας.
Οι αλγόριθμοι προσλήψεων, αξιολόγησης και παραγωγικότητας δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας απόλυτα αξιοκρατικής διαδικασίας. Ένας εργαζόμενος βαθμολογείται πλέον από metrics, dashboards και predictive models που υποτίθεται ότι λειτουργούν χωρίς προκαταλήψεις. Όμως οι αλγόριθμοι εκπαιδεύονται πάνω σε ήδη υπάρχοντα κοινωνικά δεδομένα. Εάν το παρελθόν εμπεριείχε έμφυλες, ταξικές ή ηλικιακές ανισότητες, τότε αυτές αναπαράγονται και μέσα στα ίδια τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Η «αντικειμενική» αξιολόγηση μπορεί έτσι να εξελιχθεί σε έναν νέο μηχανισμό αποκλεισμού, πιο δύσκολο μάλιστα να αμφισβητηθεί, επειδή εμφανίζεται ως τεχνολογικά ουδέτερος. Η απόφαση δεν λαμβάνεται πλέον από έναν ορατό προϊστάμενο, αλλά από ένα αδιαφανές σύστημα που δύσκολα ελέγχεται ή εξηγείται.
Ακόμη πιο βαθιά όμως είναι η αλλαγή που επιφέρει το AI στη σχέση μας με τον χρόνο και τον χώρο της εργασίας. Η φορητότητα της εργασίας — η δυνατότητα δηλαδή να εργαζόμαστε παντού και συνεχώς μέσω ψηφιακών εργαλείων — παρουσιάστηκε αρχικά ως στοιχείο ελευθερίας. Στην πράξη, συχνά μετατρέπεται σε μόνιμη διαθεσιμότητα.
Τα AI εργαλεία αυξάνουν την ταχύτητα παραγωγής, τη δυνατότητα multitasking και την προσβασιμότητα στην εργασία από οποιοδήποτε σημείο. Αυτό όμως δημιουργεί μια νέα πολιτισμική απαίτηση: αφού «μπορείς» να δουλεύεις συνεχώς, θεωρείται σχεδόν αυτονόητο ότι πρέπει να το κάνεις. Το σπίτι γίνεται γραφείο, το κινητό γίνεται προέκταση της εργασιακής ζωής και ο ελεύθερος χρόνος χάνει τα όριά του.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν οδήγησε τελικά σε λιγότερη εργασία, αλλά σε εργασία χωρίς σαφές τέλος. Η παραγωγικότητα μετατρέπεται σε διαρκή υποχρέωση και ο εργαζόμενος σε μια μονάδα συνεχούς απόκρισης.
Σε αυτό το περιβάλλον, το δικαίωμα στην αποσύνδεση δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα της ψηφιακής εποχής.
Η μεγάλη πολιτική και νομική πρόκληση των επόμενων χρόνων δεν θα είναι μόνο η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης. Θα είναι η προστασία της ανθρώπινης αυτονομίας απέναντι σε μια εργασία που γίνεται ολοένα πιο φορητή, πιο αόρατη και τελικά πιο παρεμβατική στην ίδια την προσωπική ζωή.
Η απάντηση, ωστόσο, δεν βρίσκεται ούτε στην άκριτη αποθέωση της τεχνολογίας ούτε στον φόβο απέναντί της. Η κοινωνία δεν χρειάζεται ούτε τεχνοφοβικούς ούτε τεχνοφιλικούς αυτοματισμούς. Χρειάζεται πολίτες, εργαζόμενους και θεσμούς που να κατανοούν την τεχνολογία και να μπορούν να τη διαμορφώσουν με δημοκρατικούς όρους.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μια αναπόφευκτη δύναμη έξω από τον ανθρώπινο έλεγχο. Ο τρόπος με τον οποίο θα ενσωματωθεί στην εργασία, στην πολιτική και στην καθημερινότητά μας παραμένει βαθιά πολιτική και κοινωνική επιλογή. Και αυτή η επιλογή περνά μέσα από την εκπαίδευση: ψηφιακή παιδεία, θεσμική ενημέρωση, κατανόηση των δικαιωμάτων και των κινδύνων της νέας εποχής.
Αν εκπαιδεύσουμε μια κοινωνία που δεν φοβάται την καινοτομία αλλά ούτε υποτάσσεται άκριτα σε αυτήν, τότε το AI μπορεί να αποτελέσει εργαλείο προόδου και όχι μηχανισμό νέων ανισοτήτων. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν η τεχνολογία θα εξελιχθεί, αυτό είναι βέβαιο.
Το διακύβευμα είναι αν θα εξελιχθούμε και εμείς μαζί της, με επίγνωση, δημοκρατία και ανθρώπινο μέτρο.
Μυρτώ Κοροβέση
Δικηγόρος / Εργατολόγος MSc

